αναρχικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αναρχικός αναρχική αναρχικό
γενική αναρχικού αναρχικής αναρχικού
αιτιατική αναρχικό αναρχική αναρχικό
κλητική αναρχικέ αναρχική αναρχικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναρχικοί αναρχικές αναρχικά
γενική αναρχικών αναρχικών αναρχικών
αιτιατική αναρχικούς αναρχικές αναρχικά
κλητική αναρχικοί αναρχικές αναρχικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναρχικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αναρχικός, -η, -ο

  1. που υποστηρίζει την αναρχία ως πολιτική ιδεολογία και κοινωνικό σύστημα
  2. που δεν περιορίζεται από τις καθιερωμένες αρχές
    η αναρχική γραφή του συγγραφέα τάραξε τα νερά της λογοτεχνίας

32πχ Μεταφράσεις[]