αναστέλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναστέλλω < αρχαία ελληνική ἀναστέλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναστέλλω , παρατ.: ανέστελλα, στιγμ. μέλλ.: θα αναστείλω, αόρ.: ανέστειλα , παθ.φωνή: αναστέλλομαι , μτχ.π.π.: ανεσταλμένος μτχ ενεργ. ενεστ. αναστέλλοντας

  1. σταματώ κάτι ίσως προσωρινά ίσως και για πάντα, αναβάλλω κάτι μάλλον για πολύ, όμως δεν το ακυρώνω και επίσημα οριστικά
    αναστάλθηκε η εφαρμογή του νέου νόμου μετά την κατακραυγή των συνδικάτων
    αναστάλθηκε η απεργία μετά την επιστράτευση των απεργών
    Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ανέστειλε σήμερα προσωρινά τους γάμους των ομοφυλοφίλων στη Γιούτα
    Ανέστειλε επ' αόριστον τις εργασίες του το Ανώτατο Δικαστήριο της Αιγύπτου επειδή δέχεται απειλές από φανατικούς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]