αναστολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναστολή αναστολές
γενική αναστολής αναστολών
αιτιατική αναστολή αναστολές
κλητική αναστολή αναστολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναστολή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αναστολή θηλυκό

  1. η διακοπή μιας ενέργειας για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα
  2. η προσωρινή παύση της ισχύος ενός νόμου ή του συντάγματος
  3. η αναβολή εκτέλεσης μιας ποινής για καθορισμένο χρονικό διάστημα· εάν αυτό το διάστημα περάσει χωρίς ο καταδικασμένος να υποπέσει σε άλλο παράπτωμα, τότε απαλλάσσεται από την υποχρέωση έκτισης της ποινής
    καταδικάστηκε σε 7 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή
  4. (πληροφορική) η προσωρινή διακοπή εκτελέσεων εντολών μαζί με την κατανάλωση ελάχιστης ή καθόλου ενέργειας, αλλά με τρόπο που επιτρέπει την γρήγορη επιστροφή στις εργασίες που διακόπηκαν
    αφήνω τον υπολογιστή μου ανοιχτό αλλά έβαλα ρύθμιση να μπαίνει σε αναστολή μετά από 60 λεπτά χωρίς δραστηριότητα
  5. δισταγμός να κάνω κάτι (κυρίως για ηθικούς λόγους)
    αν παραβείτε τη συμφωνία μας, δεν θα έχω καμία αναστολή να ζητήσω την ποινική σας δίωξη

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]