αναστρέφω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αναστρέφω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
αναστρέφω, παθητικό αναστρέφομαι, παθητική μετοχή ανεστραμμένος
- αναποδογυρίζω
- ενεργώ ώστε μία κατάσταση που εξελίσσεται άσχημα να διορθωθεί, διορθώνω
[
]
[
]
Μεταφράσεις
αναστρέφω