αναταραχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναταραχή αναταραχές
γενική αναταραχής αναταραχών
αιτιατική αναταραχή αναταραχές
κλητική αναταραχή αναταραχές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναταραχή < αναταράσσω (αναταράζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αναταραχή θηλυκό

  1. η αναστάτωση και η αποδιοργάνωση που επικρατεί όταν κάτι ταράζεται
νέα παγκόσμια αναταραχή από τη διχόνοια ανατολής και δύσης


32πχ Μεταφράσεις[]