ανατροπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανατροπή ανατροπές
γενική ανατροπής ανατροπών
αιτιατική ανατροπή ανατροπές
κλητική ανατροπή ανατροπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανατροπή < ανατρέπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ανατροπή θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανατρέπω, το αναποδογύρισμα αντικειμένου
    Διερευνώνται τα αίτια της ανατροπής της λέμβου των μεταναστών
  2. η αφαίρεση της εξουσίας
    Η ψηφοφορία μπορεί να οδηγήσει και στην ανατροπή της κυβέρνησης
    Ο Αλέκος Παναγούλης επεδίωξε την ανατροπή της χούντας
  3. απρόσμενη εξέλιξη
    Στο 90ο λεπτό όμως είχαμε ανατροπή
  4. .........

32πχ Μεταφράσεις[]