αναψυκτικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναψυκτικό αναψυκτικά
γενική αναψυκτικού αναψυκτικών
αιτιατική αναψυκτικό αναψυκτικά
κλητική αναψυκτικό αναψυκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναψυκτικό < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αναψυκτικό ουδέτερο

  1. Ποτό χωρίς αλκοόλ, αεριούχο ή μη, που πίνεται συνήθως δροσερό π.χ. γκαζόζα, πορτοκαλάδα
  1. να σας προσφέρω ένα κρύο αναψυκτικό;

32πχ Μεταφράσεις[]