ανεμοδαρμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ανεμοδαρμένος ανεμοδαρμένη ανεμοδαρμένο
γενική ανεμοδαρμένου ανεμοδαρμένης ανεμοδαρμένου
αιτιατική ανεμοδαρμένο ανεμοδαρμένη ανεμοδαρμένο
κλητική ανεμοδαρμένε ανεμοδαρμένη ανεμοδαρμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεμοδαρμένοι ανεμοδαρμένες ανεμοδαρμένα
γενική ανεμοδαρμένων ανεμοδαρμένων ανεμοδαρμένων
αιτιατική ανεμοδαρμένους ανεμοδαρμένες ανεμοδαρμένα
κλητική ανεμοδαρμένοι ανεμοδαρμένες ανεμοδαρμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανεμοδαρμένος < μτχ. παθ. παρακειμένου του ρήματος ανεμοδέρνομαι < άνεμος + δέρνομαι (κατά το θαλασσοδέρνομαι)


Open book 01.svg Μετοχή[]

ανεμοδαρμένος, -η, -ο

  • ανεμόδαρτος, που τον ταλαιπωρούν οι ισχυροί άνεμοι, που είναι εκτεθειμένος στους ανέμους
  • ανεμοδαρμένα ύψη (το μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ)- ανεμοδαρμένες γέφυρες - ανεμοδαρμένο νησί


32πχ Μεταφράσεις[]