ανεξαρτησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανεξαρτησία ανεξαρτησίες
γενική ανεξαρτησίας ανεξαρτησιών
αιτιατική ανεξαρτησία ανεξαρτησίες
κλητική ανεξαρτησία ανεξαρτησίες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ανεξαρτησία < αν- στερητικό + εξάρτηση

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a.nɛ.ksaɾ.ti.ˈsi.a/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ανεξαρτησία θηλυκό

  • η κατάσταση του ανεξάρτητου
  • η απουσία εξαρτήσεων (από άλλον άνθρωπο, συνθήκες, επιρροές, προκαταλήψεις κλπ)
    η ανεξαρτησία της γυναίκας, η ανεξαρτησία του πνεύματος, οικονομική ανεξαρτησία
  • η αυτόνομη πολιτική συγκρότηση και πορεία ενός έθνους, μίας χώρας, η ελευθερία

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες