ανεξαρτησία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ανεξαρτησία | ανεξαρτησίες |
| γενική | ανεξαρτησίας | ανεξαρτησιών |
| αιτιατική | ανεξαρτησία | ανεξαρτησίες |
| κλητική | ανεξαρτησία | ανεξαρτησίες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
ανεξαρτησία θηλυκό
- η κατάσταση του ανεξάρτητου
- η απουσία εξαρτήσεων (από άλλον άνθρωπο, συνθήκες, επιρροές, προκαταλήψεις κλπ)
- η ανεξαρτησία της γυναίκας, η ανεξαρτησία του πνεύματος, οικονομική ανεξαρτησία
- η αυτόνομη πολιτική συγκρότηση και πορεία ενός έθνους, μίας χώρας, η ελευθερία
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ανεξαρτησία