ανεπεξέργαστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική ανεπεξέργαστος ανεπεξέργαστη ανεπεξέργαστο
γενική ανεπεξέργαστου ανεπεξέργαστης ανεπεξέργαστου
αιτιατική ανεπεξέργαστο ανεπεξέργαστη ανεπεξέργαστο
κλητική ανεπεξέργαστε ανεπεξέργαστη ανεπεξέργαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεπεξέργαστοι ανεπεξέργαστες ανεπεξέργαστα
γενική ανεπεξέργαστων ανεπεξέργαστων ανεπεξέργαστων
αιτιατική ανεπεξέργαστους ανεπεξέργαστες ανεπεξέργαστα
κλητική ανεπεξέργαστοι ανεπεξέργαστες ανεπεξέργαστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανεπεξέργαστος < μεταγενέστερη ελληνική ἀνεπεξέργαστος < α στερητικό και επεξεργάζομαι

Open book 01.svg Επίθετο[]

ανεπεξέργαστος

  1. ο μη επεξεργασμένος, που θα μπορούσε να έχε υποστεί επεξεργασία, αλλά που έμεινε δίχως αυτήν ίσως επειδή έτσι χρειαζόταν, να είναι σε πρωτογενή μορφή
  2. ο τραχύς, ο άγαρμπος, ίσως και χοντροκομμένος, ο αδούλευτος, εκείνος που έμεινε δίχως επεξεργασία ενώ θα έπρεπε να είναι πιο καλοδουλεμένος, πιο ραφιναρισμένος


32πχ Μεταφράσεις[]