ανησυχώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ανησυχώ < ανήσυχος: μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική inquiéter
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.ni.si.ˈxɔ/
[
]
Ρήμα
ανησυχώ
- (αμετάβατο) βρίσκομαι σε ανησυχία, διακατέχομαι από κάποια αγωνία ή φόβο
-
- μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά
-
- (μεταβατικό) προκαλώ ανησυχία, αγωνία σε κάποιον
-
- έλαβα ένα μήνυμα που με ανησύχησε
-
- (μεταβατικό) χαλάω την ησυχία κάποιου