ανθρωποειδής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική ανθρωποειδής ανθρωποειδής ανθρωποειδές
γενική ανθρωποειδούς ανθρωποειδούς ανθρωποειδούς
αιτιατική ανθρωποειδή ανθρωποειδή ανθρωποειδές
κλητική ανθρωποειδή(ς) ανθρωποειδής ανθρωποειδές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανθρωποειδείς ανθρωποειδείς ανθρωποειδή
γενική ανθρωποειδών ανθρωποειδών ανθρωποειδών
αιτιατική ανθρωποειδείς ανθρωποειδείς ανθρωποειδή
κλητική ανθρωποειδείς ανθρωποειδείς ανθρωποειδή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανθρωποειδής < άνθρωπος + -ειδής

Open book 01.svg Επίθετο[]

ανθρωποειδής

  1. αυτός που μοιάζει με άνθρωπο
  2. κυρίως στο ουδέτερο (ανθρωποειδές), υποτιμητικά, άνθρωπος που φέρεται απάνθρωπα


32πχ Μεταφράσεις[]