ανοίγω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ανοίγω < αρχαία ελληνική ἀνοίγω
[
]
Ρήμα
ανοίγω, παρατ.: άνοιγα, στιγμ. μέλλ.: θα ανοίξω, αόρ.: άνοιξα , παθ.φωνή: ανοίγομαι , μτχ.π.π.: ανοιγμένος
- (μεταβατικό) μετακινώ κάτι που εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο
- ανοίγω την πόρτα, το παράθυρο
- (μεταβατικό) ξεκλειδώνω ή ενεργοποιώ ένα μηχανισμό που θα επιτρέψει το άνοιγμα (πόρτας, κλειστού χώρου κλπ)
- πάτα το κουμπί του θυροτηλέφωνου για να ανοίξεις την πόρτα
- (μεταβατικό) (+ γενική προσώπου) ανοίγω σε κάποιον την πόρτα για να μπορέσει να μπει σε έναν χώρο
- Κάποιος χτυπάει το κουδούνι. Άνοιξέ του!
- (αμετάβατο) μετακινούμαι ώστε να ελευθερωθεί ένα πέρασμα
- η πόρτα άνοιξε
- (μεταβατικό) (για αισθητήρια όργανα) κάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο
- ανοίγω το στόμα: απομακρύνω τις σιαγόνες τη μία από την άλλη για να φάω ή να μιλήσω
- ανοίγω τα μάτια
- μετακινώ τα βλέφαρα προς τα πάνω
- ξυπνώ
- (σε κάποιον) αποκαλύπτω την αλήθεια σε κάποιον που την αγνοούσε
- ανοίγω τ' αφτιά μου: (μεταφορικά) δίνω προσοχή σε αυτά που μου λένε
- (μεταβατικό) (+ αιτιατική ονόματος που δηλώνει χώρο) απελευθερώνω την πρόσβαση σε ένα χώρο
- θα πάω να ανοίξω την αποθήκη για να αεριστεί λιγάκι
- ανοίγω την ντουλάπα
- ανοίγω το συρτάρι (τραβώντας το προς τα έξω)
- χιόνισε πολύ αλλά τα γκρέιντερ της Νομαρχίας άνοιξαν τους δρόμους
- (αμετάβατο)
- ο δρόμος άνοιξε
- (μεταβατικό) (+ αιτιατική ονόματος που δηλώνει χώρο εξυπηρέτησης του κοινού) αρχίζω να εργάζομαι και να εξυπηρετώ το κοινό
- τι ώρα θα ανοίξεις το μαγαζί σου σήμερα;
- (αμετάβατο) αρχίζω να λειτουργώ
- οι τράπεζες δεν θα ανοίξουν αύριο
- (μεταβατικό) (+ αιτιατική ονόματος που δηλώνει επιχείρηση) ξεκινώ μια καινούρια επιχείρηση ή υποκατάστημα
- η Τράπεζά μας θα ανοίξει ένα καινούριο υποκατάστημα στην πόλη σας
- (αμετάβατο)
- ακούστηκε ότι θα ανοίξει ένα νέο σουπερμάρκετ
- (μεταβατικό) ξεκινώ, ενεργώ έτσι ώστε να ξεκινήσει μια διαδικασία
- άνοιξα μια συζήτηση για το περιβάλλον
- (αμετάβατο)
- το συνέδριο θα ανοίξει με την ομιλία του Προέδρου
- (μεταβατικό) γυρίζω ένα διακόπτη ώστε να αρχίσει η ροή σε ένα δίκτυο
- ανοίγω το διακόπτη, το φως, τη βρύση
- (μεταβατικό) (για ηλεκτρικές συσκευές) θέτω σε λειτουργία
- ανοίγω την τηλεόραση, τον υπολογιστή
- (αμετάβατο)
- Εγώ τον είχα κλείσει τον υπολογιστή! Πώς άνοιξε;
- (μεταβατικό) απομακρύνω μια μάζα υλικού ώστε να δημιουργηθεί ένα κενό ή ένα πέρασμα που δεν υπήρχε πριν
- με το τρυπάνι άνοιξε μερικές τρύπες στον τοίχο
- το υπουργείο σχεδιάζει να ανοίξει δύο καινούριους δρόμους στην περιοχή
- (αμετάβατο)
- σχεδιάζεται να ανοίξουν δύο νέοι δρόμοι στην περιοχή
- (μεταφορικά)
- ο φιλόσοφος αυτός άνοιξε νέους δρόμους με τη σκέψη του
- (μεταβατικό) απλώνω, εκτείνω κάτι
- ανοίγω τη βεντάλια
- ανοίγω την αγκαλιά μου για να αγκαλιάσω κάποιον
- ανοίγω το χέρι μου (τεντώνοντας τα δάχτυλα)
- ανοίγω τα χέρια μου για να αγκαλιάσω κάποιον
- ανοίγω τα πόδια μου, τα απομακρύνω το ένα από το άλλο
- ανοίγω το βήμα μου: επιταχύνω
- ανοίγω τα φτερά μου για να πετάξω
- κάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος
- ξεσκεπάζω, αφαιρώ το σκέπασμα από κουτί, δοχείο ή μπουκάλι
- ας ανοίξουμε μια σαμπάνια για να γιορτάσουμε την επιστροφή σου!
- (για βιβλία) μετακινώ το εξώφυλλο (ή και και σελίδες) ώστε να μπορώ να διαβάσω το κείμενο
- διαβάζω: παράτα την τηλεόραση και άνοιξε κανένα βιβλίο!
- (μεταβατικό) δημιουργώ ένα άνοιγμα που επιτρέπει να φανεί αυτό που βρίσκεται από κάτω ή μέσα
- (για ρούχα) ξεκουμπώνω ή κατεβάζω το φερμουάρ
- σχίζω ή κόβω ένα τμήμα
- κάνω χειρουργική επέμβαση
- τον ανοίξανε και βρήκαν τους πνεύμονές του κατεστραμμένους
- (αμετάβατο)
- πρόσεχε, άνοιξε το φερμουάρ σου
- ξεσκεπάζω, αφαιρώ το σκέπασμα από κουτί, δοχείο ή μπουκάλι
- αποκαλύπτω
- ανοίγω τα χαρτιά μου: φανερώνω τις προθέσεις μου
- (για χρώματα) κάνω κάτι πιο ανοιχτόχρωμο
- (πληροφορική) ενεργώ ώστε τα περιεχόμενα ενός αρχείου να γίνουν ορατά στο χρήστη