αντάρτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
αντάρτης αρσενικό
- αυτός που εξεγείρεται ένοπλα εναντίον κάποιου καθεστώτος
- (ειδικότερα) που είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση, κυρίως οι στρατιώτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ
- Ο παππούς μου ήταν αντάρτης στην περίοδο της κατοχής. Πολεμούσε τους κατακτητές.
- (μεταφορικά) ο απείθαρχος
- Αυτός ο μικρός είναι αντάρτης. Δεν υποκύπτει ούτε στη μάνα του.