αντάρτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αντάρτης < μεταγενέστερη ελληνική ἀνταίρω (ξεσηκώνω, εξεγείρω) < ἀντί + αἴρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αντάρτης αρσενικό

  1. αυτός που εξεγείρεται ένοπλα εναντίον κάποιου καθεστώτος
  2. (ειδικότερα) που είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση, κυρίως οι στρατιώτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ
    Ο παππούς μου ήταν αντάρτης στην περίοδο της κατοχής. Πολεμούσε τους κατακτητές.
  3. (μεταφορικά) ο απείθαρχος
    Αυτός ο μικρός είναι αντάρτης. Δεν υποκύπτει ούτε στη μάνα του.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]