αντίγραφο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αντίγραφο | αντίγραφα |
| γενική | αντίγραφου και αντιγράφου |
αντίγραφων και αντιγράφων |
| αιτιατική | αντίγραφο | αντίγραφα |
| κλητική | αντίγραφο | αντίγραφα |
Ετυμολογία [
]
- αντίγραφο < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
αντίγραφο ουδέτερο