αντίληψη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αντίληψη < ἀντί + λαμβάνω
[
]
Ουσιαστικό
αντίληψη θηλυκό
- (η) ουσ. (Κ αντίληψις, -εως) η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς, να εννοεί | αντιληπτικότητα, η ικανότητα να μαθαίνει κανείς εύκολα, εξυπνάδα: έχει αντίληψη το παιδί | άποψη, γνώμη, πεποίθηση | πληθ. αντιλήψεις, η νοοτροπία: αυτές τις αντιλήψεις που έχει, δύσκολα θα τα καταφέρει | βοήθεια, αρωγή, προστασία: η θεία αντίληψη - κοινωνική αντίληψη (η προστασία που παρέχεται σε ανήμπορους από την πολιτεία ή από κοινωφελείς οργανισμούς) | (νομ.) δικαστική αντίληψη, η ανατιθέμενη από δικαστήριο επιμέλεια ασώτου ή φρενοπαθούς (βλ. κ. αντιλήπτωρ)
[
]
Μεταφράσεις
αντίληψη