αντίληψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντίληψη αντιλήψεις
γενική αντίληψης
& αντιλήψεως
αντιλήψεων
αιτιατική αντίληψη αντιλήψεις
κλητική αντίληψη αντιλήψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αντίληψη < ελληνιστική κοινή ἀντίληψις < αρχαία ελληνική ἀντιλαμβάνομαι < ἀντί + λαμβάνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αντίληψη θηλυκό

  1. το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καραλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις
  2. η ικανότητα ή η δυνατότητα κατανόησης και μάθησης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αντιληπτικότητα
  3. γνώση
  4. βοήθεια, προστασία, πρόνοια
  5. (στον πληθυντικό) αντιλήψεις: οι ιδέες, οι απόψεις, η νοοτροπία

Εκφράσεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

  • δικαστική αντίληψη

32πχ Μεταφράσεις[]