αντανάκλαση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αντανάκλαση | αντανακλάσεις |
| γενική | αντανάκλασης | αντανακλάσεων |
| αντανακλάσεως | ||
| αιτιατική | αντανάκλαση | αντανακλάσεις |
| κλητική | αντανάκλαση | αντανακλάσεις |
Ετυμολογία
- αντανάκλαση < αντανακλώ
Προφορά
- ΔΦΑ : /andanáklasi/
Ουσιαστικό
αντανάκλαση θηλυκό
- η αλλαγή της πορείας των ακτίνων, των φωτεινών, ηχητικών κ.λπ κυμάτων που προσκρούουν σε μια επιφάνεια. Λέγεται και ανάκλαση
- το φαινόμενο της αντανάκλασης του φωτός / του ήχου
- (μεταφορικά) η επίδραση, το αποτέλεσμα, η απήχηση