αντιγράφω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
αντιγράφω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἀντιγράφω (απαντάω γραπτά σε γραπτό άλλου) < ἀντί + γράφω
[
]
Ρήμα
αντιγράφω
- δημιουργώ κάτι που είναι όσο το δυνατόν πιο ίδιο με ένα πρότυπο
- (ειδικότερα) (για γραπτές εξετάσεις) γράφω κοιτάζοντας παράνομα το κείμενο κάποιου άλλου ή κάποιο βιβλίο ή κάποιο σκονάκι
- (μεταφορικά) μιμούμαι κάποιον ή κάτι
[
]
[
]
Μεταφράσεις
γράφω παρόμοιο κείμενο
|
|