αντιγράφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αντιγράφω < μεσαιωνική ελληνική ἀντιγράφω < αρχαία ελληνική ἀντιγράφω (απαντάω γραπτά σε γραπτό άλλου) < ἀντί + γράφω

Open book 01.svg Ρήμα[]

αντιγράφω

  1. δημιουργώ κάτι που είναι όσο το δυνατόν πιο ίδιο με ένα πρότυπο
  2. (ειδικότερα) (για γραπτές εξετάσεις) γράφω κοιτάζοντας παράνομα το κείμενο κάποιου άλλου ή κάποιο βιβλίο ή κάποιο σκονάκι
  3. (μεταφορικά) μιμούμαι κάποιον ή κάτι

Plume ombre.png Κλίση[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]