[
]
αντιγράφω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἀντιγράφω (απαντάω γραπτά σε γραπτό άλλου) < ἀντί + γράφω
αντιγράφω
- δημιουργώ κάτι που είναι όσο το δυνατόν πιο ίδιο με ένα πρότυπο
- (ειδικότερα) (για γραπτές εξετάσεις) γράφω κοιτάζοντας παράνομα το κείμενο κάποιου άλλου ή κάποιο βιβλίο ή κάποιο σκονάκι
- (μεταφορικά) μιμούμαι κάποιον ή κάτι
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
αντιγράψει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
αντιγράφοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
αντιγράφω |
αντιγράφεις |
αντιγράφει |
αντιγράφο(υ)με |
αντιγράφετε |
αντιγράφουν(ε) |
| παρατατικός |
αντέγραφα |
αντέγραφες |
αντέγραφε |
αντιγράφαμε |
αντιγράφατε |
αντέγραφαν |
| αόριστος |
αντέγραψα |
αντέγραψες |
αντέγραψε |
αντιγράψαμε |
αντιγράψατε |
αντέγραψαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα αντιγράφω |
θα αντιγράφεις |
θα αντιγράφει |
θα αντιγράφο(υ)με |
θα αντιγράφετε |
θα αντιγράφουν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα αντιγράψω |
θα αντιγράψεις |
θα αντιγράψει |
θα αντιγράψο(υ)με |
θα αντιγράψετε |
θα αντιγράψουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω αντιγράψει |
έχεις αντιγράψει |
έχει αντιγράψει |
έχο(υ)με αντιγράψει |
έχετε αντιγράψει |
έχουν(ε) αντιγράψει |
| παρακείμενος β' |
έχω αντιγραμμένο |
έχεις αντιγραμμένο |
έχει αντιγραμμένο |
έχο(υ)με αντιγραμμένο |
έχετε αντιγραμμένο |
έχουν(ε) αντιγραμμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα αντιγράψει |
είχες αντιγράψει |
είχε αντιγράψει |
είχαμε αντιγράψει |
είχατε αντιγράψει |
είχαν(ε) αντιγράψει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα αντιγραμμένο |
είχες αντιγραμμένο |
είχε αντιγραμμένο |
είχαμε αντιγραμμένο |
είχατε αντιγραμμένο |
είχαν(ε) αντιγραμμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω αντιγράψει |
θα έχεις αντιγράψει |
θα έχει αντιγράψει |
θα έχο(υ)με αντιγράψει |
θα έχετε αντιγράψει |
θα έχουν(ε) αντιγράψει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω αντιγραμμένο |
θα έχεις αντιγραμμένο |
θα έχει αντιγραμμένο |
θα έχο(υ)με αντιγραμμένο |
θα έχετε αντιγραμμένο |
θα έχουν(ε) αντιγραμμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να αντιγράφω |
να αντιγράφεις |
να αντιγράφει |
να αντιγράφο(υ)με |
να αντιγράφετε |
να αντιγράφουν(ε) |
| αόριστος |
να αντιγράψω |
να αντιγράψεις |
να αντιγράψει |
να αντιγράψο(υ)με |
να αντιγράψετε |
να αντιγράψουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω αντιγράψει |
να έχεις αντιγράψει |
να έχει αντιγράψει |
να έχο(υ)με αντιγράψει |
να έχετε αντιγράψει |
να έχουν(ε) αντιγράψει |
| παρακείμενος β' |
να έχω αντιγραμμένο |
να έχεις αντιγραμμένο |
να έχει αντιγραμμένο |
να έχο(υ)με αντιγραμμένο |
να έχετε αντιγραμμένο |
να έχουν(ε) αντιγραμμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
αντίγραφε |
|
|
αντιγράφετε |
|
| αόριστος |
|
αντίγραψε |
|
|
αντιγράψτε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε αντιγραμμένο |
|
|
έχετε αντιγραμμένο |
|
|
Συγγενικές λέξεις [
]
γράφω παρόμοιο κείμενο
- αγγλικά : copy (en) , imitate (en) , emulate (en) , mimic (en) , fake (en)
- αφρικάανς : agternadoen (af)
- γαλλικά : copier (fr)
- γερμανικά : imitieren (de) , nachahmen (de) , nachbilden (de)
- δανικά : afskrive (da) , kopiere (da) , efterligne (da)
- εσπεράντο : kopii (eo) , imiti (eo)
- ισπανικά : copiar (es) , imitar (es)
- ιταλικά : copiare (it) , imitare (it)
- καταλανικά : copiar (ca) , imitar (ca)
|
|
- μαλαισιακά : salin … menyalin (ms) , tiru … meniru (ms)
- ολλανδικά : afdrukken (nl) , kopiëren (nl) , nabootsen (nl) , namaken (nl) , imiteren (nl) , nadoen (nl)
- παπιαμέντο : kopia , imitá
- πορτογαλικά : copiar (pt) , transcrever (pt) , imitar (pt)
- ρουμανικά : copia (ro) , imita (ro)
- σουηδικά : efterbilda (sv) , kopiera (sv) , imitera (sv)
- φιλιππινέζικα : kópyahín (tl) , sipíin (tl)
- φινλανδικά : jäljentää (fi) , jäljitellä (fi)
- φριζικά : kopiearje (fy)
|