αντισφαίριση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αντισφαίριση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
αντισφαίριση θηλυκό
- αθλητικό ομαδικό παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ομάδες του ενός ή δύο παικτών, που πρέπει, χρησιμοποιώντας μόνο τη ρακέτα, να διεισδύσουν μια μπάλα στο αντίπαλο μέρος του γηπέδου πάνω από το δίκτυ χωρίς η μπάλα να ακουμπήσει το έδαφος