αντιτάσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιτάσσω < αρχαία ελληνική ἀντιτάσσω < αντι- + τάσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιτάσσω

  1. τοποθετώ, προβάλλω, παρατάσσω κάτι αντιμέτωπο σε κάτι άλλο
    Απέναντι στη βασίλισσά σου, θα αντιτάξω τον πύργο μου.
  2. αντιπαρατάσσω τις δυνάμεις μου (στράτευμα), απέναντι σε εχθρικές δυνάμεις
    Δεν είχε να αντιτάξει παρά μόνο έναν αποδεκατισμένο και εξαθλιωμένο λόχο.
  3. χρησιμοποιώ κάτι ή κάποιον ως μέσο άμυνας, αντιμετώπισης σε αντιπαράθεση
    Αντιτάσσω επιχειρήματα.
  4. αντιπροτείνω
    Του αντέταξε το ενδεχόμενο της ανακωχής.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]