ανυπαρξία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανυπαρξία -
γενική ανυπαρξίας -
αιτιατική ανυπαρξία -
κλητική ανυπαρξία -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανυπαρξία < α- (στερητικό) + ύπαρξη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ανυπαρξία θηλυκό

  1. η κατάσταση της μη ύπαρξης, το χάος, το τίποτε, το κενό
  2. με τη μεταφορική έννοια, η παθητικότητα, η μη δρατηριοποίηση
    η κρατική μηχανή ήταν σε κατάσταση ανυπαρξίας


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]