ανυπαρξία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ανυπαρξία | - |
| γενική | ανυπαρξίας | - |
| αιτιατική | ανυπαρξία | - |
| κλητική | ανυπαρξία | - |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
ανυπαρξία θηλυκό
- η κατάσταση της μη ύπαρξης, το χάος, το τίποτε, το κενό
- με τη μεταφορική έννοια, η παθητικότητα, η μη δρατηριοποίηση
- η κρατική μηχανή ήταν σε κατάσταση ανυπαρξίας
[
]
Μεταφράσεις [
]
ανυπαρξία