ανυπότακτος
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ανυπότακτος < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Επίθετο
ανυπότακτος, ανυπόταχτος αρσενικό
- → βλέπε λέξη: ανυπόταχτος
ανυπότακτος, ανυπόταχτος αρσενικό