αξίνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αξίνα | αξίνες |
| γενική | αξίνας | αξινών |
| αιτιατική | αξίνα | αξίνες |
| κλητική | αξίνα | αξίνες |
[
]
Ετυμολογία
- αξίνα < αρχαία ελληνική ἀξίνη
[
]
Ουσιαστικό
αξίνα θηλυκό
- σκαπτικό εργαλείο με ξύλινη λαβή και μεταλλικό εξάρτημα που έχει δύο άκρες, μία μυτερή και μια πλατιά
[
]
Συνώνυμα
[
]
Δείτε επίσης
- αξίνα στη Βικιπαίδεια
