αξιοπιστία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αξιοπιστία | αξιοπιστίες |
| γενική | αξιοπιστίας | αξιοπιστιών |
| αιτιατική | αξιοπιστία | αξιοπιστίες |
| κλητική | αξιοπιστία | αξιοπιστίες |
[
]
Ετυμολογία
- αξιοπιστία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
αξιοπιστία θηλυκό
- η ιδιότητα του αξιόπιστου· το να μπορείς να εμπιστευτείς τα λόγια κάποιου
- η πιθανότητα μιας συσκευής ή ενός συστήματος να εκτελεί την αποστολή του επαρκώς για τη σχεδιαζόμενη χρονική περίοδο και τις επικρατούσες λειτουργικές συνθήκες
[
]
Μεταφράσεις
αξιοπιστία