αξιοπιστία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αξιοπιστία αξιοπιστίες
γενική αξιοπιστίας αξιοπιστιών
αιτιατική αξιοπιστία αξιοπιστίες
κλητική αξιοπιστία αξιοπιστίες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αξιοπιστία < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αξιοπιστία θηλυκό

  1. η ιδιότητα του αξιόπιστου· το να μπορείς να εμπιστευτείς τα λόγια κάποιου
  2. η πιθανότητα μιας συσκευής ή ενός συστήματος να εκτελεί την αποστολή του επαρκώς για τη σχεδιαζόμενη χρονική περίοδο και τις επικρατούσες λειτουργικές συνθήκες


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες