αξιωματικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | αξιωματικός | αξιωματική | αξιωματικό |
| γενική | αξιωματικού | αξιωματικής | αξιωματικού |
| αιτιατική | αξιωματικό | αξιωματική | αξιωματικό |
| κλητική | αξιωματικέ | αξιωματική | αξιωματικό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | αξιωματικοί | αξιωματικές | αξιωματικά |
| γενική | αξιωματικών | αξιωματικών | αξιωματικών |
| αιτιατική | αξιωματικούς | αξιωματικές | αξιωματικά |
| κλητική | αξιωματικοί | αξιωματικές | αξιωματικά |
[
]
Ετυμολογία
- αξιωματικός < αξίωμα
[
]
Επίθετο
αξιωματικός
- που του αναγνωρίζεται μία εξέχουσα θέση
- αξιωματική αντιπολίτευση: το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης στη βουλή
- (μαθηματικά) που είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα
- αξιωματική μέθοδος
[
]
[
]
Μεταφράσεις
που απορρέει από ένα μαθηματικό αξίωμα
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αξιωματικός | αξιωματικοί |
| γενική | αξιωματικού | αξιωματικών |
| αιτιατική | αξιωματικό | αξιωματικούς |
| κλητική | αξιωματικέ | αξιωματικοί |
[
]
Ουσιαστικό
αξιωματικός αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό αξιωματικίνα)
- στρατιωτικός με βαθμό ίσο ή ανώτερο του ανθυπολοχαγού στο στρατό ξηράς ή του αντίστοιχού του στα άλλα σώματα
- πλοίαρχος ή μηχανικός του εμπορικού ναυτικού
- (στο σκάκι) πιόνι που μετακινείται μόνο διαγωνίως σε όποια απόσταση θέλει ο παίκτης