αξιωματούχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αξιωματούχος αξιωματούχοι
γενική αξιωματούχου αξιωματούχων
αιτιατική αξιωματούχο αξιωματούχους
κλητική αξιωματούχε αξιωματούχοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αξιωματούχος < αρχαία ελληνική ἀξίωμα + -ούχος (< έχω)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a.ksi.ɔ.ma.ˈtu.xɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αξιωματούχος αρσενικό ή θηλυκό

  • το πρόσωπο που έχει κάποιο αξίωμα, συνήθως σε διοικητική θέση

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες