απάτη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | απάτη | απάτες |
| γενική | απάτης | απατών |
| αιτιατική | απάτη | απάτες |
| κλητική | απάτη | απάτες |
Ετυμολογία [
]
- απάτη < αρχαία ελληνική ἀπάτη
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
απάτη θηλυκό
- παραπλανητική πράξη με σκοπό την δυσανάλογη ωφέλεια
- (νομικός όρος) ποινικό αδίκημα κατά το οποίο κάποιος αποσπά ξένη περιουσία για να ωφεληθεί ο ίδιος ή τρίτοι
- (μεταφορικά) ψέμα, πλάνη
- (συνεκδοχικά) αυτός που κάνει απάτες, ο απατεώνας
- μεγάλη απάτη αυτός που μας έφερες τις προάλλες