απάτη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απάτη απάτες
γενική απάτης απατών
αιτιατική απάτη απάτες
κλητική απάτη απάτες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

απάτη < αρχαία ελληνική ἀπάτη

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a.ˈpa.ti/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

απάτη θηλυκό

  1. παραπλανητική πράξη με σκοπό την δυσανάλογη ωφέλεια
  2. (νομικός όρος) ποινικό αδίκημα κατά το οποίο κάποιος αποσπά ξένη περιουσία για να ωφεληθεί ο ίδιος ή τρίτοι
  3. (μεταφορικά) ψέμα, πλάνη
  4. (συνεκδοχικά) αυτός που κάνει απάτες, ο απατεώνας


[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες