απέτρεψα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[]

απέτρεψα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω