απαγορεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απαγορεύω < αρχαία ελληνική ἀπαγορεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /a.pa.ɣɔ.ˈɾɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα []

απαγορεύω, παρατ.: απαγόρευα, στιγμ. μέλλ.: θα απαγορεύσω, αόρ.: απαγόρευσα , παθ.φωνή: απαγορεύομαι , μτχ.π.π.: απαγορευμένος

  1. αρνούμαι ή εμποδίζω κάποιον να κάνει κάποια ενέργεια έχοντας την ανάλογη εξουσία ή το απαιτούμενο κύρος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []