απαγωγή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | απαγωγή | απαγωγές |
| γενική | απαγωγής | απαγωγών |
| αιτιατική | απαγωγή | απαγωγές |
| κλητική | απαγωγή | απαγωγές |
Ετυμολογία [
]
- απαγωγή < αρχαία ελληνική ἀπαγωγή
Ουσιαστικό [
]
απαγωγή θηλυκό
- η απομάκρυνση, η οδήγηση έξω από το χώρο
- η απαγωγή της επιπλέον θερμότητας στους πυρηνικούς αντιδραστήρες γίνεται με τη χρήση τρεχούμενου νερού
- χρειάζεται ειδική χοάνη για την απαγωγή των καυσαερίων
- (ειδικότερα), (κοινά), (νομικός όρος) η αρπαγή και αιχμαλωσία ενός προσώπου προκειμένου, συνήθως, να ζητηθούν λύτρα ή κάποιο άλλο αντάλλαγμα
- (γυμναστική) η απομάκρυνση των άκρων από τον κορμό
- (φιλοσοφία) μέθοδος συλλογισμού σύμφωνα με την οποία ξεκινάμε από τα γενικά και καταλήγουμε σε συμπεράσματα για τα μερικά
Πολυλεκτικοί όροι [
]
[
]
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις [
]
αρπαγή και αιχμαλωσία
|