[
]
απαντώ < αρχαία ελληνική ἀπαντάω < ἀπό + ἀντάω
απαντώ
- δίνω απάντηση σε ερώτημα, αποκρίνομαι
- φέρνω ένα αντεπιχείρημα σε διάλογο
- Και τι απάντησε η πολιτική αγωγή στα επιχειρήματα του συνηγόρου;
- συναντώ στο δρόμο τυχαία
- τον απάντησα στο κέντρο, ενώ έψαχνα για ταξί
- (στο γ' ενικό, αμετάβατο) απαντά ή απαντάται: συναντάται, εμφανίζεται, υπάρχει, πχ. για την εμφάνιση ενός στοιχείου συνήθως σε κείμενα ή σε κοινωνικές δραστηριότητες
- αυτός ο τύπος του ρήματος απαντά σε πολλά αρχαία κείμενα
- έθιμο που απαντάται σε πολλές χώρες της νοτιανατολικής Ασίας
- αντιδρώ σε κάτι
- Κι εκείνος πώς απάντησε σε αυτή την πρόκληση;
[
] Εκφράσεις
- Μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε: Για κάποιον που έγινε άφαντος
[
]
Συγγενικές λέξεις
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
απαντήσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
απαντώντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
απαντώ, απαντάω |
απαντάς |
απαντά, απαντάει |
απαντούμε, απαντάμε |
απαντάτε |
απαντούν, απαντάν(ε) |
| παρατατικός |
απαντούσα |
απαντούσες |
απαντούσε |
απαντούσαμε |
απαντούσατε |
απαντούσαν(ε) |
| αόριστος |
απάντησα |
απάντησες |
απάντησε |
απαντήσαμε |
απαντήσατε |
απάντησαν (απαντήσανε) |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα απαντώ, απαντάω |
θα απαντάς |
θα απαντά, απαντάει |
θα απαντούμε, απαντάμε |
θα απαντάτε |
θα απαντούν, απαντάν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα απαντήσω |
θα απαντήσεις |
θα απαντήσει |
θα απαντήσουμε |
θα απαντήσετε |
θα απαντήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω απαντήσει |
έχεις απαντήσει |
έχει απαντήσει |
έχουμε απαντήσει |
έχετε απαντήσει |
έχουν απαντήσει |
| παρακείμενος β' |
έχω απαντημένο |
έχεις απαντημένο |
έχει απαντημένο |
έχουμε απαντημένο |
έχετε απαντημένο |
έχουν απαντημένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα απαντήσει |
είχες απαντήσει |
είχε απαντήσει |
είχαμε απαντήσει |
είχατε απαντήσει |
είχαν απαντήσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα απαντημένο |
είχες απαντημένο |
είχε απαντημένο |
είχαμε απαντημένο |
είχατε απαντημένο |
είχαν απαντημένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω απαντήσει |
θα έχεις απαντήσει |
θα έχει απαντήσει |
θα έχουμε απαντήσει |
θα έχετε απαντήσει |
θα έχουν απαντήσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω απαντημένο |
θα έχεις απαντημένο |
θα έχει απαντημένο |
θα έχουμε απαντημένο |
θα έχετε απαντημένο |
θα έχουν απαντημένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να απαντώ, απαντάω |
να απαντάς |
να απαντά, απαντάει |
να απαντούμε, απαντάμε |
να απαντάτε |
να απαντούν, απαντάν(ε) |
| αόριστος |
να απαντήσω |
να απαντήσεις |
να απαντήσει |
να απαντήσουμε |
να απαντήσετε |
να απαντήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω απαντήσει |
να έχεις απαντήσει |
να έχει απαντήσει |
να έχουμε απαντήσει |
να έχετε απαντήσει |
να έχουν απαντήσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω απαντημένο |
να έχεις απαντημένο |
να έχει απαντημένο |
να έχουμε απαντημένο |
να έχετε απαντημένο |
να έχουν απαντημένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
απάντα |
|
|
απαντάτε |
|
| αόριστος |
|
απάντησε |
|
|
απαντήστε |
|
|