απαντώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

απαντώ < αρχαία ελληνική ἀπαντάω < ἀπό + ἀντάω


[] Open book 01.svg Ρήμα

απαντώ

  1. δίνω απάντηση σε ερώτημα, αποκρίνομαι
  2. φέρνω ένα αντεπιχείρημα σε διάλογο
    Και τι απάντησε η πολιτική αγωγή στα επιχειρήματα του συνηγόρου;
  3. συναντώ στο δρόμο τυχαία
    τον απάντησα στο κέντρο, ενώ έψαχνα για ταξί
  4. (στο γ' ενικό, αμετάβατο) απαντά ή απαντάται: συναντάται, εμφανίζεται, υπάρχει, πχ. για την εμφάνιση ενός στοιχείου συνήθως σε κείμενα ή σε κοινωνικές δραστηριότητες
    αυτός ο τύπος του ρήματος απαντά σε πολλά αρχαία κείμενα
    έθιμο που απαντάται σε πολλές χώρες της νοτιανατολικής Ασίας
  5. αντιδρώ σε κάτι
    Κι εκείνος πώς απάντησε σε αυτή την πρόκληση;

[] Εκφράσεις

  • Μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε: Για κάποιον που έγινε άφαντος


[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις


[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα


[] Plume ombre.png Κλίση


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες