απαρτίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
απαρτίζω
- καθιστώ κάτι άρτιο, ολοκληρωμένο, το συμπληρώνω, ολοκληρώνω, τελειοποιώ
- εμείς απαρτίζουμε τη συνέλευση (εμείς είμαστε τα μέρη που συνιστούν το σύνολο της συνέλευσης)
[
]
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
απαρτίζω