απασχολώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

απασχολώ < μεσαιωνικό ἀπασχολῶ < ἀπό + αρχαία ελληνική ἀσχολέω-ῶ (βλέπε και το νεοελληνικό ασχολούμαι)

[] Open book 01.svg Ρήμα

απασχολώ, παρατ.: απασχολούσα, στιγμ. μέλλ.: θα απασχολήσω, αόρ.: απασχόλησα , παθ.φωνή: απασχολούμαι , μτχ.π.π.: απασχολημένος

  1. προσφέρω σε κάποιον εργασία, απασχόληση
    απασχολεί στην επιχείρησή του πέντε υπαλλήλους
  2. διακόπτω κάποιον από την ασχολία του, την εργασία του, και στρέφω την προσοχή του προς (τον κάνω να ασχοληθεί με) κάτι ξένο προς αυτήν
    Μην απασχολείτε τον οδηγό

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες