απασχολώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- απασχολώ < μεσαιωνικό ἀπασχολῶ < ἀπό + αρχαία ελληνική ἀσχολέω-ῶ (βλέπε και το νεοελληνικό ασχολούμαι)
Ρήμα [
]
απασχολώ, παρατ.: απασχολούσα, στιγμ. μέλλ.: θα απασχολήσω, αόρ.: απασχόλησα , παθ.φωνή: απασχολούμαι , μτχ.π.π.: απασχολημένος
- προσφέρω σε κάποιον εργασία, απασχόληση
- απασχολεί στην επιχείρησή του πέντε υπαλλήλους
- διακόπτω κάποιον από την ασχολία του, την εργασία του, και στρέφω την προσοχή του προς (τον κάνω να ασχοληθεί με) κάτι ξένο προς αυτήν
- Μην απασχολείτε τον οδηγό