απασχολώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απασχολώ < μεσαιωνικό ἀπασχολῶ < ἀπό + αρχαία ελληνική ἀσχολέω-ῶ (βλέπε και το νεοελληνικό ασχολούμαι)

Open book 01.svg Ρήμα[]

απασχολώ, παρατ.: απασχολούσα, στιγμ. μέλλ.: θα απασχολήσω, αόρ.: απασχόλησα , παθ.φωνή: απασχολούμαι , μτχ.π.π.: απασχολημένος

  1. προσφέρω σε κάποιον εργασία, απασχόληση
    απασχολεί στην επιχείρησή του πέντε υπαλλήλους
  2. διακόπτω κάποιον από την ασχολία του, την εργασία του, και στρέφω την προσοχή του προς (τον κάνω να ασχοληθεί με) κάτι ξένο προς αυτήν
    Μην απασχολείτε τον οδηγό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]