απαύγασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απαύγασμα απαυγάσματα
γενική απαυγάσματος απαυγασμάτων
αιτιατική απαύγασμα απαυγάσματα
κλητική απαύγασμα απαυγάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απαύγασμα < ελληνιστική κοινή ἀπαύγασμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απαύγασμα ουδέτερο

το απαύγασμα της σοφίας

συμπέρασμα, αποτέλεσμα, πόρισμα(βλέπε ρήμα απαυγάζω)

32πχ Μεταφράσεις[]