απειλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απειλή απειλές
γενική απειλής απειλών
αιτιατική απειλή απειλές
κλητική απειλή απειλές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

απειλή < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

απειλή θηλυκό

  1. ενδεχόμενη ζημιά, σωματική ή άλλη βλάβη που θα προκαλέσει κάποιος αν ο στόχος του δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του
    η απειλή της απόλυσης των εργαζομένων ήταν αρκετή ώστε να μειωθεί σημαντικά η συμμετοχή τους στην απεργία
  2. μια δυσάρεστη εξέλιξη που μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν αλλάξει κάτι
    κοιτάζαμε τα μαύρα σύννεφα που έφεραν την απειλή βροχής
  3. οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό ως κίνδυνος
    μάθαμε από καιρό να ζούμε υπό την απειλή σεισμών

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες