απεργάζομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- απεργάζομαι < αρχαία ελληνική (ἀπεργάζομαι) < απο- + εργάζομαι
[
]
Ρήμα
απεργάζομαι
- σχεδιάζω ή προετοιμάζω κρυφά κάτι κακό
[
]
Μεταφράσεις
απεργάζομαι