απεργία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | απεργία | απεργίες |
| γενική | απεργίας | απεργιών |
| αιτιατική | απεργία | απεργίες |
| κλητική | απεργία | απεργίες |
[
]
Ετυμολογία
- απεργία < απεργός
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.pɛɾ.ˈʝi.a/
[
]
Ουσιαστικό
απεργία θηλυκό
- αποχή από την εργασία για τη διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων, αλλά και σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διάφορες κυβερνητικές ή εργοδοτικές αποφάσεις
- απεργία διαρκείας
- προειδοποιητική απεργία
- 48ωρες κυλιόμενες απεργίες
- γενική απεργία
- λευκή απεργία
[
] Εκφράσεις
- απεργία πείνας : ακραίος τρόπος διαμαρτυρίας που συνίσταται στην άρνηση τροφής, με σκοπό να ασκηθεί πίεση για την ικανοποίηση συγκεκριμένων αιτημάτων
[
]
[
]
Μεταφράσεις
απεργία