απογαλακτίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- απογαλακτίζω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
απογαλακτίζω
- μαθαίνω ένα βρέφος να τρέφεται με άλλες τροφές εκτός από το μητρικό γάλα, σταματώ το θηλασμό
- (μεταφορικά) απεξαρτώ κάποιον από την ανάγκη για διαρκή φροντίδα