αποικία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποικία αποικίες
γενική αποικίας αποικιών
αιτιατική αποικία αποικίες
κλητική αποικία αποικίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αποικία < αρχαία ελληνική ἀποικία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αποικία θηλυκό

  1. (στην αρχαία ιστορία) νέα πόλη που ιδρύεται σε ξένη γη από κατοίκους μιας άλλης πόλης (της μητρόπολης) που μετακινούνται οργανωμένα για το σκοπό αυτό· η νέα πόλη ήταν ανεξάρτητο κράτος, που διατηρούσε όμως θρησκευτικούς και συναισθηματικούς δεσμούς με τη μητρόπολή της
    Οι Συρακούσες της Σικελίας ήταν αποικία των Κορινθίων
  2. (στη νεότερη ιστορία) χώρα εκτός Ευρώπης που κατακτήθηκε από ευρωπαϊκό κράτος και εγκαταστάθηκαν σ'αυτήν Ευρωπαίοι κάτοικοι, οι οποίοι είτε βαθμιαία έγιναν η πλειοψηφία του πληθυσμού είτε παρέμειναν μειοψηφία κρατώντας όμως στα χέρια τους τη διοίκηση και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές ως εκπρόσωποι της χώρας καταγωγής τους
    η Μοζαμβίκη ήταν αποικία της Πορτογαλίας μέχρι το 1975

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]