αποκαλύπτω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αποκαλύπτω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
αποκαλύπτω
- φανερώνω κάτι που ήταν κρυμμένο ή μυστικό ή που δεν ήταν γνωστό σε αυτούς στους οποίους γίνεται τώρα αντιληπτό, ξεφουρνίζω, φέρνω κάτι στο φως
- το ρεπορτάζ αποκαλύπτει κι άλλες πληροφορίες για το σκάνδαλο