αποκαλύπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκαλύπτω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποκαλύπτω

  1. κάνω κάτι ορατό αφαιρώντας το κάλυμμα ή οτιδήποτε άλλο το έκρυβε
    ο μάγος άνοιξε το κουτί, αποκαλύπτοντας το περιεχόμενο του
  2. (μεταφορικά) φανερώνω κάτι που ήταν κρυμμένο ή μυστικό ή που δεν ήταν γνωστό σε αυτούς στους οποίους γίνεται τώρα αντιληπτό, φέρνω κάτι στο φως
    το ρεπορτάζ αποκαλύπτει κι άλλες πληροφορίες για το σκάνδαλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]