αποκατάσταση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αποκατάσταση | αποκαταστάσεις |
| γενική | αποκατάστασης | αποκαταστάσεων |
| αποκαταστάσεως | ||
| αιτιατική | αποκατάσταση | αποκαταστάσεις |
| κλητική | αποκατάσταση | αποκαταστάσεις |
Ετυμολογία
- αποκατάσταση < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
αποκατάσταση θηλυκό
- η ενέργεια με την οποία κάτι που υπέστη ζημιά ή βλάβη επανέρχεται στην προηγούμενη καλή κατάσταση
- η αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο σεισμός
- η ενέργεια με την οποία κάποιος που έχασε άδικα ή παράνομα τη θέση του (π.χ εξαιτίας μιας δικτατορίας) αποκτά ξανά τα δικαιώματα που έχασε
- (παρωχημένο) ο γάμος, ιδιαίτερα ενός κοριτσιού, με την έννοια της εκπλήρωσης της υποχρέωσης που είχε η οικογένεια
- παλιότερα συνηθιζόταν να μην παντρεύεται το αγόρι, αν δεν είχε προηγουμένως εξασφαλίσει την αποκατάσταση της αδελφής του
- η οικονομική εξασφάλιση
- (ετυμολογία) η επιστημονική υπόθεση για την αρχική μορφή λέξεων, για τύπους λέξεων από νεκρές γλώσσες που δεν μαρτυρούνται από κάποια γραπτή πηγή
Συγγενικές λέξεις
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
|