αποκατάσταση

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποκατάσταση αποκαταστάσεις
γενική αποκατάστασης αποκαταστάσεων
αποκαταστάσεως
αιτιατική αποκατάσταση αποκαταστάσεις
κλητική αποκατάσταση αποκαταστάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αποκατάσταση < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)


Open book 01.svg Ουσιαστικό

αποκατάσταση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία κάτι που υπέστη ζημιά ή βλάβη επανέρχεται στην προηγούμενη καλή κατάσταση
    η αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο σεισμός
  2. η ενέργεια με την οποία κάποιος που έχασε άδικα ή παράνομα τη θέση του (π.χ εξαιτίας μιας δικτατορίας) αποκτά ξανά τα δικαιώματα που έχασε
  3. (παρωχημένο) ο γάμος, ιδιαίτερα ενός κοριτσιού, με την έννοια της εκπλήρωσης της υποχρέωσης που είχε η οικογένεια
    παλιότερα συνηθιζόταν να μην παντρεύεται το αγόρι, αν δεν είχε προηγουμένως εξασφαλίσει την αποκατάσταση της αδελφής του
  4. η οικονομική εξασφάλιση
  5. (ετυμολογία) η επιστημονική υπόθεση για την αρχική μορφή λέξεων, για τύπους λέξεων από νεκρές γλώσσες που δεν μαρτυρούνται από κάποια γραπτή πηγή

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες