αποκλιμακώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αποκλιμακώνω < από + κλιμακώνω (< κλίμακα)

Open book 01.svg Ρήμα[]

αποκλιμακώνω, παθητικό: αποκλιμακώνομαι

  1. μειώνω βαθμιαία την ένταση μίας κατάστασης ή μιας ενέργειας
    θα κάνουμε τα πάντα για να αποκλιμακώσουμε την ένταση στην περιοχή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]