αποπληθωρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποπληθωρισμός αποπληθωρισμοί
γενική αποπληθωρισμού αποπληθωρισμών
αιτιατική αποπληθωρισμό αποπληθωρισμούς
κλητική αποπληθωρισμέ αποπληθωρισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αποπληθωρισμός < από + πληθωρισμός (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά) déflation)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αποπληθωρισμός αρσενικό

  1. (οικονομία) μια γενική μείωση του επιπέδου τιμών, ο αρνητικός πληθωρισμός
    Αποπληθωρισμό 2,9% εμφάνισε η Ελλάδα το Νοέμβριο, που είναι το χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ και σημειώνοντας νέα μείωση σε σχέση με τον Οκτώβριο (-1,9%), σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που δόθηκαν σήμερα Τρίτη στη δημοσιότητα στις Βρυξέλλες. (*)
  2. (οικονομία) η πολιτική που στοχεύει στη μείωση του πληθωρισμού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]