αποσκευές
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αποσκευές : → δείτε τη λέξη: αποσκευή
Κλιτή μορφή ουσιαστικού [
]
αποσκευές
- ό,τι μεταφέρει μαζί του ένας ταξιδιώτης, π.χ. βαλίτσες
- αποσκευή, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού