αποσκιρτώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αποσκιρτώ < ελληνιστική κοινή ἀποσκιρτῶ
[
]
Ρήμα
αποσκιρτώ
- μεταπηδώ σε άλλο πολιτικό, ιδεολογικό κλπ χώρο
- αυτομολώ
- Ένας Σοβιετικός κατάσκοπος αποσκίρτησε στη Δϋση