αποστασία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αποστασία < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
αποστασία θηλυκό
- εξέγερση κατά της εξουσίας
- μεταπήδηση από ένα κόμμα προς άλλο
- αποκήρυξη της θρησκείας ή της πίστης
- (ειδικότερα για ιερείς) αποσχηματισμός, εκούσια αποβολή του ιερατικού σχήματος