αποστροφή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αποστροφή < αρχαία ελληνική ἀποστροφή
Ουσιαστικό [
]
αποστροφή θηλυκό
- έντονο αρνητικό συναίσθημα για κάτι ή κάποιον που σε κάνει να στρέφεσαι προς την άλλη μεριά, αντιπάθεια ή απέχθεια ή αηδία
- (ρητορικό σχήμα) το να απευθύνεται ρητορικά ο ομιλητής σε κάποιο πρόσωπο
Μεταφράσεις [
]
ρητορικό σχήμα