απουσιάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- απουσιάζω < αρχαία ελληνική ἀπουσία
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.pu.si.aˈ.zɔ/
Ρήμα
απουσιάζω
- δεν είμαι εδώ / εκεί
- ποιος απουσιάζει σήμερα από το μάθημα;
- δεν υπάρχω
- από το επιχείρημά σου απουσίαζε η σχέση με την πραγματικότητα