αποχαυνωμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αποχαυνωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποχαυνώνω
[
]
Μετοχή
αποχαυνωμένος -η -ο
- που έχει αποχαυνωθεί
- με ναρκωμένη αντίληψη και κρίση
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
αποχαυνωμένος