απρόσωπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική απρόσωπος απρόσωπη απρόσωπο
γενική απρόσωπου απρόσωπης απρόσωπου
αιτιατική απρόσωπο απρόσωπη απρόσωπο
κλητική απρόσωπε απρόσωπη απρόσωπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απρόσωποι απρόσωπες απρόσωπα
γενική απρόσωπων απρόσωπων απρόσωπων
αιτιατική απρόσωπους απρόσωπες απρόσωπα
κλητική απρόσωποι απρόσωπες απρόσωπα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απρόσωπος < ελληνιστική κοινή ἀπρόσωπος < αρχαία ελληνική ἀπρόσωπος (χωρίς όμορφο πρόσωπο)

Open book 01.svg Επίθετο[]

απρόσωπος

  1. που αναφέρεται σε κάτι υλικό ή πνευματικό το οποίο δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία
  2. που δεν αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμμένο άτομο
  3. (γραμματική) που δεν έχει ξεχωριστό τύπο για τα διάφορα πρόσωπα
    το απαρέμφατο είναι απρόσωπη έγκλιση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]